Παρασκευή 27 Απριλίου 2018

Το ΝΑΤΟ “κόβει” τα AWACS από το Αιγαίο παίρνοντας ουσιαστικά θέση υπέρ Τουρκίας!





Του Αλέξανδρου Τάρκα

Η απόφαση θα έχει ως αποτέλεσμα την περαιτέρω αμφισβήτηση (από την Τουρκία) της ελληνικής κυριαρχίας στα νησιά.

Απαράδεκτη διεύρυνση της -ήδη προβληματικής- τακτικής τήρησης ίσων αποστάσεων από τη φιλειρηνική Ελλάδα και την απειλούσα Τουρκία υιοθετεί το ΝΑΤΟ με τη λήψη επίσημης απόφασης δραστικού περιορισμού των πτήσεων των αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης E-3 (τα γνωστά ως AWACS και «ιπτάμενα ραντάρ») στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου.

Η απόφαση, που ελήφθη από την Αμερικανίδα υποπτέραρχο διοικήτρια της Αερομεταφερόμενης Δύναμης Εγκαιρης Προειδοποίησης και Ελέγχου (NAEW&C) και εγκρίθηκε ιεραρχικά από το επιτελείο του ανώτατου διοικητή Συμμαχικών Δυνάμεων Ευρώπης (SACEUR) θα έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την περαιτέρω αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά του Αιγαίου από την Τουρκία και τον περιορισμό των διαθέσιμων στοιχείων για παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου της Ελλάδας.
Είχαν προηγηθεί, στις αρχές του έτους, η μονομερής και κατά περίπτωση προβολή αντιρρήσεων-βέτο της Τουρκίας για τις πτήσεις των AWACS, αλλά η νεότερη εξέλιξη αφορά πλέον την επίσημη απόφαση της συμμαχικής «NAEW&C Force», η οποία εφαρμόζεται πλήρως τις τελευταίες εβδομάδες.

Πεπειραμένοι διπλωμάτες και στρατιωτικοί, με γνώση των διαδικασιών της Ατλαντικής Συμμαχίας (και, κυρίως, με συγκροτημένη και θετική άποψη για τα πλεονεκτήματα που έχει η Ελλάδα από τη συμμετοχή της σε αυτήν) εκφράζουν έκπληξη για την απόφαση και επισημαίνουν τα εξής:

Πρώτον, σε πολιτικό επίπεδο, είναι σαφές ότι η απόφαση απόσυρσης των AWACS ελήφθη στο πλαίσιο της έκδηλης αγωνίας, που επικρατεί στην έδρα του ΝΑΤΟ, «να μη χαθεί η Τουρκία για τη Δύση» και να μειωθούν τα θέματα διαφωνιών μεταξύ της Συμμαχίας και της Αγκυρας.
Η Αθήνα δεν διαφωνεί ασφαλώς με την παραμονή της Τουρκίας στο ευρωατλαντικό πλαίσιο, αφού η περαιτέρω διολίσθησή της προς τον ακραίο ισλαμισμό ή οι στενότεροι δεσμοί με τη Μόσχα θα μετέβαλλαν όλες τις ισορροπίες, αλλά δεν είναι δυνατόν να πληρώνει η Ελλάδα το κόστος αυτής της πολιτικής.

Δεύτερον, σε θεσμικό επίπεδο, η απόφαση προστίθεται στο γνωστό «Luns Ruling» του Μαρτίου του 1984 (από το όνομα του τότε γενικού γραμματέα Γιόζεφ Λουνς), που όριζε, μετά τις ελληνοτουρκικές διαφωνίες για τον ετήσιο αμυντικό προγραμματισμό και την ένταξη της Λήμνου στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, ότι το ΝΑΤΟ δεν θα εμπλέκεται σε διαφορές μεταξύ των μελών του.
Ακολούθησε, τον Μάρτιο του 1995, κοινό διάβημα τεσσάρων συμμάχων (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία) προς την Αθήνα και την Αγκυρα με τη διαμαρτυρία ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές υπονομεύουν τη συνοχή της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ και δεν θα πρέπει να απασχολούν τις συνόδους και τα διάφορα όργανά του.
Τον δε Αύγουστο του 2006 εκδόθηκε η «Aegean Islands’ Guidance Policy», σύμφωνα με την οποία τα νησιά του Αιγαίου, με παλαιούς περιορισμούς στη στρατιωτικοποίησή τους, δεν εντάσσονται σε νατοϊκές δραστηριότητες, ενώ περιορίζονται και οι συμμαχικές πτήσεις στη ζώνη μεταξύ έξι και 10 ναυτικών μιλίων του ελληνικού εναέριου χώρου. Η απόφαση για τα AWACS επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς συνεχίζεται η τάση να λαμβάνονται, στα στρατιωτικά όργανα, αποφάσεις πολιτικής χροιάς για τον έλεγχο του Αιγαίου.

Τρίτον, σε διπλωματικό επίπεδο, η απόφαση έρχεται σε εξόφθαλμη αντίθεση προς τη συνεπή και άριστη συμμαχική στάση της Ελλάδας (επί κυβέρνησης, μάλιστα, της Αριστεράς!), δαπανώντας άνω του 2% του ΑΕΠ της για αμυντικές δαπάνες, όπως αποφασίστηκε στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2016 και όπως διακηρύσσουν εμφατικά ο γ.γ. Γ. Στόλτενμπεργκ και ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ, εν όψει και της συνόδου του ερχόμενου Ιουλίου.
Παράλληλα, έκπληξη εκφράζεται και για το γεγονός ότι η τακτική των οργάνων του ΝΑΤΟ δεν στηρίζει ούτε καν την πολιτική των ΗΠΑ για ενίσχυση της συνεργασίας με την Ελλάδα και την -από κοινού- αντιμετώπιση των κινδύνων άμυνας και ασφάλειας στο Αιγαίο, στη ΝΑ Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Ενώ, δηλαδή, η διμερής συνεργασία με τις ΗΠΑ είναι άριστη, με αμοιβαία επωφελείς αποφάσεις για τη βάση της Σούδας (εκσυγχρονισμός και επέκταση υποδομών) και την 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα (χρήση από τα μη επανδρωμένα MQ-9, αντί της πρότασης για τα RQ-Global Hawk στο Καστέλι Κρήτης, που εκκρεμούσε από το 2011), την ίδια στιγμή τίθενται σε κίνδυνο ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας στο Αιγαίο.

Σημειώνεται ότι η μοναδική εκκρεμότητα Αθήνας – Ουάσινγκτον, αυτές τις ημέρες, αφορά τον εκσυγχρονισμό των F-16, καθώς η τελευταία ελληνική πρόταση για ετήσιες πληρωμές αρκετά κάτω των 150.000.000 δολαρίων την περίοδο 2018-2020 δεν γίνεται δεκτή από τις αρμόδιες αμερικανικές υπηρεσίες και την ανάδοχο Lockheed Martin.

Γι’ αυτό και στο προχθεσινό ΚΥΣΕΑ η συζήτηση επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι, παρά την περί του αντιθέτου φημολογία σε ελληνικά μέσα ενημέρωσης, το αμερικανικό μήνυμα είναι ότι δεν θα υπάρξουν «ευκολίες πληρωμής» οποιουδήποτε είδους εν όψει της εκπνοής της παρούσας πρότασης την προσεχή Τρίτη. Το αίτημα αναίρεσης της απόφασης του ΝΑΤΟ ετέθη και θα τεθεί πάλι μετ’ επιτάσεως από την ελληνική κυβέρνηση προς την Ουάσινγκτον, αλλά τα περιθώρια μεταβολής της κατάστασης είναι περιορισμένα όσο συνεχίζεται η αμερικανική και η ευρωπαϊκή ανησυχία για την απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Συμμαχία.

*Εκδότης του περιοδικού «Αμυνα & Διπλωματία» και σύμβουλος ξένων εταιριών μελέτης επιχειρηματικού ρίσκου για τη ΝΑ Ευρώπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου